Στις αρχές του 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια απόφαση που ξεπερνά τα όρια μιας κλασικής εμπορικής συμφωνίας. Η επικύρωση της συμφωνίας με τη Mercosur, ύστερα από 26 χρόνια επίπονων διαπραγματεύσεων, δεν αφορά μόνο τη μείωση δασμών και την αύξηση των εξαγωγών, αλλά τον ίδιο τον γεωπολιτικό ρόλο της Ευρώπης σε έναν κόσμο όπου οι ισορροπίες αλλάζουν ραγδαία. Πρόκειται για μια συμφωνία που δοκιμάζει τα όρια της ευρωπαϊκής ενότητας, φέρνει σε σύγκρουση αγρότες και βιομηχανία και αναγκάζει χώρες, όπως η Ελλάδα, να ισορροπήσουν ανάμεσα στο εθνικό συμφέρον και τις ευρωπαϊκές στρατηγικές επιλογές.
Τι είναι η Mercosur και γιατί η συμφωνία «πάγωσε» για δεκαετίες;
Η Mercosur (Mercado Común del Sur – Κοινή Αγορά του Νότου) ιδρύθηκε το 1991 από τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη. Με την πλήρη ενσωμάτωση και της Βολιβίας στη συνέχεια, εξελίσσεται σε ένα από τα ισχυρότερα οικονομικά μπλοκ παγκοσμίως, με πληθυσμό άνω των 300 εκατομμυρίων, τεράστια αγροτική παραγωγή, σημαντικούς ενεργειακούς πόρους και κρίσιμες πρώτες ύλες.
Παρά το οικονομικό της βάρος, η συμφωνία με την ΕΕ παρέμεινε «παγωμένη» για δεκαετίες. Ο βασικός λόγος ήταν οι περιβαλλοντικές ανησυχίες, με επίκεντρο την αποψίλωση του Αμαζονίου και τη σύνδεσή της με την εντατικοποίηση της παραγωγής βοείου κρέατος και σόγιας. Η αναθεωρημένη εκδοχή της συμφωνίας που επανέρχεται το 2026 επιχειρεί να απαντήσει σε αυτές τις ενστάσεις, ενσωματώνοντας δεσμευτικές ρήτρες συμμόρφωσης με τη Συμφωνία του Παρισιού, κανόνα «μηδενικής αποψίλωσης» και δυνατότητα επιβολής κυρώσεων ή ακόμη και αναστολής της συμφωνίας.
Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει: η γεωπολιτική διάσταση
Παρά τον έντονο δημόσιο διάλογο γύρω από τα αγροτικά προϊόντα, το βασικό κίνητρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πρωτίστως γεωπολιτικό. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται προς πιο προστατευτικές πολιτικές και η Κίνα ελέγχει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος κρίσιμων πρώτων υλών και εφοδιαστικών αλυσίδων, η Mercosur προσφέρει στην Ευρώπη μια στρατηγική εναλλακτική.
Η πρόσβαση σε πόρους όπως το λίθιο, απαραίτητο για τις μπαταρίες και την πράσινη μετάβαση, καθιστά τη συμφωνία κρίσιμο εργαλείο για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ. Στις Βρυξέλλες κυριαρχεί η αντίληψη ότι, αν η Ευρώπη δεν εδραιώσει τη θέση της στη Λατινική Αμερική, το γεωοικονομικό κενό θα καλυφθεί από το Πεκίνο, το οποίο έχει ήδη αναπτύξει ισχυρές εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις στην περιοχή.
Ο διχασμός στο εσωτερικό της Ευρώπης
Η συμφωνία έχει προκαλέσει βαθύ διχασμό στο εσωτερικό της ΕΕ. Από τη μία πλευρά, η ευρωπαϊκή βιομηχανία τη βλέπει ως στρατηγική ευκαιρία. Από την άλλη, μεγάλα τμήματα του αγροτικού κόσμου θεωρούν ότι θυσιάζονται στον βωμό της γεωπολιτικής και της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Στη Γαλλία, οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται στο επίκεντρο των αντιδράσεων. Υποστηρίζουν ότι λειτουργούν με υψηλό κόστος παραγωγής και αυστηρούς περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς κανόνες, ενώ καλούνται να ανταγωνιστούν εισαγόμενα προϊόντα από τη Mercosur που παράγονται με χαμηλότερο κόστος. Τη λογική αυτή έχει συνοψίσει και ο ίδιος ο Εμανουέλ Μακρόν, δηλώνοντας ότι «δεν μπορούμε να ζητάμε περισσότερα από τους δικούς μας αγρότες και λιγότερα από τους άλλους».
Η Ιρλανδία αντιδρά κυρίως για οικονομικούς λόγους. Η κτηνοτροφία βοοειδών αντιστοιχεί σε πάνω από το 30% της συνολικής αγροτικής αξίας της χώρας, ενώ οι εξαγωγές της κατευθύνονται κατά κύριο λόγο εντός της ΕΕ. Μελέτες του ιρλανδικού Υπουργείου Γεωργίας δείχνουν ότι, σε σενάρια αυξημένων εισαγωγών από τη Mercosur, οι τιμές θα μπορούσαν να υποχωρήσουν έως και 10%–15%, απειλώντας τη βιωσιμότητα χιλιάδων εκμεταλλεύσεων.
Στην Ελλάδα, οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε συγκεκριμένους κλάδους. Ο μεγαλύτερος φόβος αφορά το βόειο κρέας και, σε μικρότερο βαθμό, την πτηνοτροφία, όπου οι εισαγωγές χαμηλού κόστους θα μπορούσαν να ασκήσουν πιέσεις στις τιμές και στα περιθώρια κέρδους των εγχώριων παραγωγών.
Αντίθετα, προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, τα φρούτα, τα προϊόντα ΠΟΠ και γενικότερα τα μεσογειακά μεταποιημένα αγαθά δεν θεωρούνται απειλή. Η συμφωνία προβλέπει την προστασία ευρωπαϊκών γεωγραφικών ενδείξεων, διασφαλίζοντας ότι προϊόντα όπως η φέτα και η ελιά Καλαμάτας δεν θα αντιμετωπίσουν ανταγωνισμό από απομιμήσεις στη λατινοαμερικανική αγορά.
Οι δικλείδες ασφαλείας και ο «κόφτης» των εισαγωγών
Υπό την πίεση των κρατών-μελών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενίσχυσε τη συμφωνία τον Ιανουάριο του 2026 με σειρά δικλείδων ασφαλείας:
Κατοπτρικές ρήτρες (mirror clauses): τα εισαγόμενα προϊόντα υποχρεούνται να πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα υγείας και περιβάλλοντος.
Ποσοστώσεις: στο βόειο κρέας, το ανώτατο όριο ορίζεται στους 99.000 τόνους ετησίως, περίπου στο 1,5% της συνολικής κατανάλωσης της ΕΕ.
Μηχανισμός έκτακτης ανάγκης (emergency brake): σε περίπτωση απότομης αύξησης εισαγωγών (5%–8%) που απειλεί τη σταθερότητα της αγοράς, η ΕΕ μπορεί να αναστείλει προσωρινά τη συμφωνία εντός 2–3 μηνών.
Το Ενιαίο Δίχτυ Ασφάλειας (Unity Safety Net): η οικονομική ασπίδα της συμφωνίας
Καθοριστικό ρόλο στην πολιτική εξισορρόπηση έπαιξε η δημιουργία του Ενιαίου Δικτύου Ασφάλειας (Unity Safety Net). Το νέο αυτό εργαλείο αποτέλεσε το «κλειδί» για την κάμψη των αντιδράσεων, καθώς προβλέπει τη σύσταση άμεσου ταμείου κρίσεων ύψους 6,3 δισ. ευρώ,. Παράλληλα, θεσπίζεται ένα συνολικό χρηματοδοτικό πλαίσιο που μπορεί να φτάσει τα 45 δισ. ευρώ για την περίοδο 2028–2034. Το πακέτο συνδυάζεται με πρόωρη πρόσβαση σε πόρους της ΚΑΠ και με ανακατανομή μέρους των βιομηχανικών οφελών που προκύπτουν από τη συμφωνία.
Το πράσινο φως
Στις 9 Ιανουαρίου 2026, η συμφωνία έλαβε το κρίσιμο «πράσινο φως» από την πλειοψηφία των κρατών-μελών. Το «μπλοκ του όχι» –Γαλλία, Πολωνία, Αυστρία, Ιρλανδία και Ουγγαρία– παρέμεινε συμπαγές, ενώ το Βέλγιο απείχε. Η ειδική πλειοψηφία επιτεύχθηκε χάρη στη μετακίνηση της Ιταλίας και της Ελλάδας στο «ναι», ανοίγοντας τον δρόμο για την επίσημη υπογραφή.
Ελλάδα- Mescosur
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι η ίδια η υπογραφή της συμφωνίας, αλλά η διοικητική και θεσμική ικανότητα εφαρμογής των μηχανισμών που τη συνοδεύουν. Το βασικό πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο περιεχόμενο της ΕΕ–Mercosur, αλλά στη διαχρονικά περιορισμένη ικανότητα του ελληνικού κράτους να ενεργοποιεί έγκαιρα εργαλεία στήριξης και να επιβάλλει αποτελεσματικούς ελέγχους στα εισαγόμενα προϊόντα. Η εμπειρία από την Κοινή Αγροτική Πολιτική δείχνει ότι καθυστερήσεις στην απορρόφηση πόρων και διοικητικές δυσλειτουργίες έχουν συχνά αποδυναμώσει στην πράξη τις ευρωπαϊκές δικλείδες προστασίας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Unity Safety Net μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστική ασπίδα για τους Έλληνες αγρότες και ως εργαλείο εκσυγχρονισμού της γεωργίας μόνο εφόσον ενεργοποιηθεί άμεσα, με σαφείς κανόνες πρόσβασης και ενισχυμένους ελέγχους στα σημεία εισόδου της χώρας. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος οι μηχανισμοί στήριξης να λειτουργήσουν εκ των υστέρων, όταν οι πιέσεις στις τιμές και οι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό θα έχουν ήδη παγιωθεί.
Για τη χώρα μας -επομένως- η πραγματική πρόκληση της συμφωνίας δεν είναι η Mercosur καθαυτή, αλλά η ικανότητα του κράτους να μετατρέψει τις προβλεπόμενες δικλείδες προστασίας από θεσμική πρόβλεψη, σε πραγματική ασπίδα για την εγχώρια παραγωγή.
Πηγές
European Commission – Directorate-General for Trade (DG TRADE)/ EU–Mercosur Trade Agreement: Agreement in Principle & Factsheets
European Commission/Protecting EU Geographical Indications in the Mercosur Market
Council of the European Union (Consilium)/ Voting results on the EU–Mercosur Association Agreement
European Parliamentary Research Service (EPRS)/Market Stabilisation and Safeguard Mechanisms in EU Trade Agreements
Bruegel/Strategic Autonomy and the EU–Mercosur Deal
Centre for European Policy Studies (CEPS)/Mirror Clauses in EU Agriculture: Implementation Challenges
LSE IDEAS – London School of Economics/The Geopolitics of Lithium and EU–Latin America Relations
OECD – Trade and Agriculture Directorate/Trade Liberalisation and Agricultural Market Impacts
FAO – Food and Agriculture Organization of the United Nations/Trade, Livestock Production and Deforestation


