Το Ιράν είναι μια πολύ ιδιαίτερη χώρα. Δεν είναι αραβική, δεν είναι δυτική, δεν είναι ακριβώς θεοκρατική, αλλά ούτε και κοσμική. Είναι όλα αυτά μαζί- και ταυτόχρονα, κάτι εντελώς διαφορετικό. Όποιος προσπαθήσει να την εντάξει σε ένα στερεοτυπικό πλαίσιο θα διαπιστώσει ότι αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο.
H Εθνολογική παράμετρος
Οι Ιρανοί δεν είναι Άραβες· είναι Πέρσες. Η διάκριση αυτή δεν αφορά μόνο την καταγωγή, αλλά τη γλώσσα, την ιστορική μνήμη και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Η ιρανική γλώσσα, τα φαρσί, ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και συγγενεύει περισσότερο με τα ελληνικά, παρά με τα αραβικά. Το γεγονός ότι γράφεται με αραβικό αλφάβητο συχνά προκαλεί σύγχυση, όμως η δομή, η σύνταξη και ο βασικός κορμός του λεξιλογίου της είναι εντελώς διαφορετικά από τα αραβικά.
H Θρησκευτική παράμετρος
Το Ιράν αποτελεί το παγκόσμιο κέντρο του σιιτικού Ισλάμ. Σε έναν μουσουλμανικό κόσμο που κατά περίπου 90% είναι σουνιτικός, οι Ιρανοί ακολουθούν μια διαφορετική παράδοση, με άλλη αντίληψη για την εξουσία και τη νομιμότητα. Ο σιιτισμός δεν αποτελεί μια απλή δογματική απόκλιση· είναι βαθιά πολιτικός και συνιστά τον πυρήνα της σύγκρουσης του Ιράν με τις σουνιτικές μοναρχίες της περιοχής, όπως η Σαουδική Αραβία. Παράλληλα, εξηγεί γιατί το Ιράν αντιμετωπίζεται συχνά ως «ξένο σώμα» στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο.
Το Ιράν πριν από το 1979
Πριν από το 1979, το Ιράν κυβερνιόταν από τον Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος οραματιζόταν τη χώρα ως μια υπερσύγχρονη, κοσμική δύναμη, πλήρως ενταγμένη στη δυτική σφαίρα επιρροής. Στην Τεχεράνη επικρατούσε δυτικός τρόπος ζωής: πανεπιστήμια διεθνούς κύρους, μόδα, κινηματογράφος, νυχτερινή ζωή, ακόμη και καζίνο.
Ωστόσο, αυτή η εικόνα αφορούσε μια περιορισμένη αστική ελίτ. Η πλειονότητα του πληθυσμού ζούσε σε συνθήκες φτώχειας, ενώ τα έσοδα από το πετρέλαιο συγκεντρώνονταν στο κράτος και σε κύκλους προσκείμενους στο παλάτι. Η αγροτική μεταρρύθμιση που επιχείρησε ο Σάχης, όχι μόνο απέτυχε να στηρίξει την ύπαιθρο, αλλά την αποδόμησε, οδηγώντας σε μαζική εσωτερική μετανάστευση προς τις πόλεις, ανεργία και κοινωνική αποσάθρωση.
Καθώς το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς μεγάλωνε, η πολιτική καταστολή γινόταν ολοένα και πιο βίαιη. Η μυστική αστυνομία SAVAK λειτουργούσε μέσω συλλήψεων, βασανιστηρίων και φυλακίσεων όσων αμφισβητούσαν τον Σάχη.
Η επανάσταση και ο Χομεϊνί
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο πληθωρισμός, η διαφθορά και η καταστολή έβγαλαν στους δρόμους φοιτητές, αριστερούς, φιλελεύθερους και θρησκευόμενους, ενωμένους κάτω από ένα κοινό σύνθημα: «Ο Σάχης πρέπει να φύγει».
Κεντρική μορφή των διαμαρτυριών αναδείχθηκε ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, που ήταν εξόριστος επί δεκαπέντε χρόνια επειδή κατηγορούσε τον Σάχη ως τύραννο και υποχείριο της Δύσης. Από το εξωτερικό, μέσω διαγγελμάτων και ηχογραφημένων μηνυμάτων, απέκτησε τεράστια απήχηση στο εσωτερικό της χώρας.
Όταν ο Σάχης τελικά εγκατέλειψε το Ιράν, ο Χομεϊνί επέστρεψε και έγινε το σύμβολο της νέας εποχής. Μόλις όμως η επανάσταση εδραιώθηκε, εξουδετέρωσε συστηματικά όλους εκείνους με τους οποίους είχε συμμαχήσει για την ανατροπή του Σάχη: αριστερούς, φιλελεύθερους και μετριοπαθείς ισλαμιστές. Μέσω εκτελέσεων, φυλακίσεων και εξοριών, εγκαθίδρυσε ένα πρωτοφανές σύστημα εξουσίας: τη σιιτική θεοκρατία.
Το πολιτικό σύστημα και οι δύο στρατοί
Το πολιτικό σύστημα του Ιράν είναι ιδιότυπο. Ο Ανώτατος Ηγέτης είναι ισόβιος, υπεράνω όλων, και ασκεί πλήρη έλεγχο στον στρατό, τη δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης. Ο Πρόεδρος της χώρας εκλέγεται, αλλά η εξουσία του είναι περιορισμένη και κυρίως διαχειριστική. Οι εκλογές διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, όμως το Συμβούλιο των Κηδεμόνων εγκρίνει εκ των προτέρων ποιοι μπορούν να είναι υποψήφιοι.
Ένα από τα πιο σουρεαλιστικά χαρακτηριστικά του Ιράν είναι η ύπαρξη δύο ένοπλων δομών. Υπάρχει ο κανονικός εθνικός στρατός, αρμόδιος για την άμυνα των συνόρων, ενώ ταυτόχρονα, λειτουργούν και οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC), ένα ξεχωριστό σώμα που δημιουργήθηκε για να προστατεύει όχι τη χώρα, αλλά τη θεοκρατία. Οι Φρουροί υπάγονται απευθείας στον Ανώτατο Ηγέτη και διαθέτουν τεράστια στρατιωτική, πολιτική και οικονομική ισχύ.
Ο πόλεμος 1980–1988 και η οικονομική κυριαρχία
Το Ιράκ, θεωρώντας το Ιράν αποδυναμωμένο, επιτέθηκε, έχοντας στόχο την κατάληψη εδαφών του. Ο πόλεμος υπήρξε αιματηρός και εξαντλητικός, όμως για το θεοκρατικό καθεστώς λειτούργησε ως εργαλείο εδραίωσης. Κάθε εσωτερική αμφισβήτηση βαφτίστηκε προδοσία και οι Φρουροί της Επανάστασης αναδείχθηκαν σε κυρίαρχο παράγοντα εξουσίας.
Μετά τη λήξη του πολέμου, οι Φρουροί έθεσαν υπό τον έλεγχό τους λιμάνια, σύνορα, εργολαβίες, το πετρέλαιο, τις κατασκευές και τις τηλεπικοινωνίες. Οι διεθνείς κυρώσεις, αντί να τους αποδυναμώσουν, τους ενίσχυσαν. Το λαθρεμπόριο και οι παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες έγιναν προνόμιό τους και σταδιακά εξελίχθηκαν σε κράτος εν κράτει.
Διπλή ζωή και μειονότητες
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ιρανική κοινωνία, που δεν ξέχασε ποτέ πώς ήταν η ζωή παλαιότερα, έμαθε να ζει μια διπλή ζωή: δημόσια συμμόρφωση και ιδιωτική ανυπακοή. Στο σπίτι, μουσική, αλκοόλ, σχέσεις και πάρτι· στον δρόμο, σιωπή και υποταγή. Η καταπίεση δεν εξαφάνισε την κοινωνία, αλλά την έσπρωξε στο «υπόγειο».
Η κοινωνία του Ιράν δεν είναι εθνοτικά ομοιογενής. Εκτός από Πέρσες, υπάρχουν Αζέροι, Κούρδοι, Άραβες και Βαλούχοι. Πολλοί ζουν σε παραμεθόριες περιοχές και αισθάνονται αποκλεισμένοι πολιτικά και οικονομικά. Οι Κούρδοι και οι Βαλούχοι, όντας κυρίως σουνίτες σε ένα σιιτικό κράτος, υφίστανται μια «διπλή καταπίεση», εθνοτική και θρησκευτική, και συχνά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των εξεγέρσεων.
Πυρηνικό πρόγραμμα και διεθνείς κυρώσεις
Το πυρηνικό πρόγραμμα, που ξεκίνησε από την εποχή του Σάχη και συνεχίστηκε ως σύμβολο εθνικής ανεξαρτησίας, μετατράπηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε βασική αιτία διεθνούς σύγκρουσης. Η Τεχεράνη υποστήριζε ότι πρόκειται για ειρηνικό πρόγραμμα, όμως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ το αντιμετώπισαν ως προθάλαμο απόκτησης πυρηνικού όπλου.
Οι κυρώσεις έπληξαν την καρδιά της οικονομίας: εξαγωγές πετρελαίου, τράπεζες και συνάλλαγμα. Η χώρα αποκόπηκε από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το νόμισμα κατέρρευσε και η καθημερινότητα έγινε δυσβάσταχτη.
Η κατάρρευση του 2026
Το καθεστώς κατάφερε να επιβιώσει για χρόνια χάρη σε δίκτυα επιρροής, όπως η Χεζμπολάχ και οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, που λειτουργούσαν ως γεωπολιτική ασπίδα, αλλά και ως κανάλια παράκαμψης των κυρώσεων.
Βέβαια, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, το οποίο παρείχε στρατηγικό βάθος, ασφαλή χερσαίο διάδρομο προς τη Μεσόγειο, στρατιωτική συνεργασία και πολιτική κάλυψη. Όμως, οι πρόσφατες εξελίξεις υπήρξαν καταλυτικές. Ο πόλεμος στη Γάζα, η αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στέρησαν από το Ιράν το γεωπολιτικό του βάθος.
Τον Ιούνιο του 2025, το Ισραήλ εξαπέλυσε μια ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ιρανικών στρατιωτικών και πυρηνικών στόχων, μεταξύ των οποίων και το πυρηνικό κέντρο στο Νατάνζ. Η επίθεση αυτή, από τις πιο σημαντικές στη μακρά αντιπαράθεση των δύο χωρών, απομυθοποίησε την εικόνα παντοδυναμίας του καθεστώτος, έπληξε το γόητρό του στο εσωτερικό και κατέδειξε τα όρια της αποτρεπτικής του ισχύος, πυροδοτώντας μια επικίνδυνη, αλλά ελεγχόμενη κλιμάκωση.
Με όλες αυτές τις ανατροπές, η ιρανική οικονομία οδηγήθηκε σε κατάρρευση. Ο συνδυασμός των διεθνών κυρώσεων, της εκτεταμένης διαφθοράς και της οικονομικής κυριαρχίας των Φρουρών της Επανάστασης αποδυνάμωσε τις κρατικές υπηρεσίες και διέλυσε το κοινωνικό κράτος. Η κατάρρευση του ριάλ, οι ελλείψεις βασικών αγαθών και οι απότομες αυξήσεις στην τιμή του ψωμιού έχουν πλήξει τον σκληρό πυρήνα της κοινωνικής συνοχής, ενώ τα παραδοσιακά παζάρια- ιστορικά, αποτελούν βαρόμετρο της λαϊκής δυσαρέσκειας— κλείνουν ή υπολειτουργούν, σηματοδοτώντας ότι η κρίση έχει πλέον περάσει από τα νοικοκυριά στον ίδιο τον οικονομικό ιστό της χώρας. Η καθημερινή επιβίωση έχει μετατραπεί σε βασικό ζητούμενο για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, αφαιρώντας από το καθεστώς το τελευταίο του κοινωνικό έρεισμα.
Οι διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν με αιτήματα οικονομικής ανακούφισης, έχουν πλέον μετατραπεί σε γενικευμένη έκφραση οργής, απέναντι στο ίδιο το σύστημα εξουσίας.
Η καύση φωτογραφιών του Ανώτατου Ηγέτη, εικόνα που κυριαρχεί στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας έχει πάψει να αναγνωρίζει το ιερατείο της εξουσίας ως πηγή νομιμοποίησης. Η βίαιη καταστολή, με εκατοντάδες νεκρούς να καταγράφονται ακόμη και σε περιορισμένο αριθμό νοσοκομείων, και το καθολικό μπλοκάρισμα του διαδικτύου υποδηλώνουν ότι το καθεστώς αντιλαμβάνεται την κρίση ως υπαρξιακή απειλή. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει ακόμη αναδειχθεί μια ενιαία, συγκροτημένη εσωτερική ηγεσία της αντιπολίτευσης ικανή να μετατρέψει αυτή τη ρήξη σε συνεκτικό πολιτικό σχέδιο.
Στον δημόσιο διάλογο της διασποράς επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση το σενάριο επιστροφής της μοναρχίας, ιδίως μετά το διάγγελμα του Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος επιχειρεί να εμφανιστεί ως συμβολικό σημείο αναφοράς και διεθνής φωνή της εξέγερσης. Οι περισσότεροι αναλυτές, ωστόσο, αντιμετωπίζουν αυτό το ενδεχόμενο με επιφυλακτικότητα. Η ιρανική κοινωνία του 2026 δεν ζητά επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια ρεαλιστική διέξοδο από το παρόν.
Το Ιράν στη διεθνή σκακιέρα
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εντείνουν τη στρατηγική «μέγιστης πίεσης», επιδιώκοντας την αποδυνάμωση του καθεστώτος και τον πυρηνικό αφοπλισμό της Τεχεράνης. Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί ενδεχόμενης αμερικανικής επέμβασης, εφόσον συνεχιστεί η αιματηρή καταστολή, εισάγουν έναν επικίνδυνο παράγοντα κλιμάκωσης, ακόμη κι αν προς το παρόν κινούνται περισσότερο στο επίπεδο της απειλής και της αποτροπής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει προσανατολισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην πολιτική απομόνωση μέσω κυρώσεων, ενώ η Ρωσία και η Κίνα επιχειρούν να προστατεύσουν στρατιωτικά, ενεργειακά και γεωοικονομικά συμφέροντα, αντιμετωπίζοντας το Ιράν είτε ως στρατηγικό σύμμαχο, είτε ως κρίσιμο ενεργειακό κόμβο. Την ίδια στιγμή, οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου παρακολουθούν με ικανοποίηση τη φθορά του αντιπάλου τους, αλλά φοβούνται μια ανεξέλεγκτη επαναστατική αλυσιδωτή αντίδραση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Συμπερασματικά, το Ιράν εισέρχεται σε μια τροχιά παρατεταμένης αστάθειας και δομικής φθοράς. Η παλιά τάξη πραγμάτων αδυνατεί να επιβληθεί με τους όρους του παρελθόντος, ενώ η νέα δεν έχει ακόμη μορφοποιηθεί. Η κοινωνία έχει διαρρήξει οριστικά το συμβόλαιο της παθητικής ανοχής και το καθεστώς έχει απωλέσει την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του, τόσο στο εσωτερικό, όσο και διεθνώς.
✍ Poppy Angeli


