Ο νάρκισσος είναι βολβώδες, πολυετές φυτό του γένους Narcissus, που ανήκει στην οικογένεια Amaryllidaceae.
Ανάλογα με το είδος ή το υβρίδιο, τα άνθη εμφανίζονται μόνα ή σε ομάδες στην κορυφή στελεχών ύψους περίπου 15–75 εκ., με χαρακτηριστική «τρομπέτα» ή «κύπελλο» (κορώνα) που περιβάλλεται από έξι πέταλα, σε αποχρώσεις λευκού, κίτρινου, πορτοκαλί, ροζ ή δίχρωμων συνδυασμών. Τα άνθη συχνά είναι αρωματικά και ανθίζουν στις αρχές της άνοιξης, ενώ τα στενά, γραμμοειδή φύλλα αναπτύσσονται σε συστάδες.
Το όνομα του γένους προέρχεται από τον μύθο του όμορφου Νάρκισσου, ο οποίος γοητεύτηκε από το είδωλό του και μεταμορφώθηκε σε λουλούδι.
Στην Ελλάδα, ένα από τα πιο γνωστά αυτοφυή είδη είναι ο Narcissus poeticus, ο οποίος θεωρείται από τα είδη που συνδέονται περισσότερο με τον αρχαίο μύθο, όπως καταγράφεται στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου (Μύθος του Νάρκισσου και της Ηχούς, Οβίδιος, "Μεταμορφώσεις" (Βιβλίο III).

Narcissus poeticus / Wikimedia Commons (Public Domain)
Ο Νάρκισσος ήταν γιος του ποταμού Κηφισού και της νύμφης Λειριόπης. Λένε ότι όταν γεννήθηκε, η μητέρα του ρώτησε τον μάντη Τειρεσία για το μέλλον του παιδιού της και εκείνος της έδωσε μια αινιγματική προφητεία: ο Νάρκισσος θα ζούσε μια μακρά και πλούσια ζωή, «εάν και εφόσον δεν γνωρίσει ποτέ τον εαυτό του».
Η ομορφιά του ήταν απαράμιλλη και έγινε το αντικείμενο του πόθου για πολλούς, άνδρες και γυναίκες. Εκείνος όμως, παρέμενε απόμακρος και αδιάφορος. Δεν ένιωθε ότι οι επίδοξοι εραστές του είχαν κάτι αρκετά αξιόλογο για να ερωτευτεί και έτσι, τους απέρριπτε όλους με ψυχρότητα.
Μια μέρα, καθώς κυνηγούσε στο δάσος, βρέθηκε σε ένα κρυφό ξέφωτο, όπου ανάβλυζε μια πηγή με γαλήνια, κρυστάλλινα νερά. Καταπονημένος από το κυνήγι και τη ζέστη, έσκυψε να πιει -και τότε στην επιφάνεια του νερού είδε ένα πρόσωπο που τον μάγεψε.
Κοίταζε τα μάτια - δύο αστέρια.
Κοίταζε τα μαλλιά- ίδια με του Απόλλωνα και του Βάκχου.
Κοίταζε τα νεανικά μάγουλα, τον λαμπερό σαν ελεφαντόδοντο λαιμό, την ομορφιά που δημιουργεί το κόκκινο του αίματος ανακατεμένο με το λευκό του χιονιού.
Κοίταζε και θαύμαζε -χωρίς να το ξέρει- ό,τι είχε ο ίδιος και έκανε τους άλλους να τον θαυμάζουν.
Έτεινε τα χέρια. Τα χέρια μέσα στο νερό τεντώθηκαν προς αυτόν. Χαμογέλασε -και το πρόσωπο χαμογέλασε. Έκλαψε- και είδε δάκρυα. Έσκυψε να φιλήσει τα χείλη και το νερό τα κατάπιε. Αγκάλιασε τον λαιμό που έβλεπε και τα χέρια του βυθίστηκαν στο κρύο κενό.
Σιγά σιγά άρχισε να καταλαβαίνει: «Εγώ είμαι αυτός», μονολόγησε. «Το αισθάνομαι. Τι να κάνω; Ό,τι ποθώ το έχω μπροστά μου, κι όμως δεν μπορώ να το αγγίξω».
Μα μόνο λίγο νερό τους χώριζε. Όταν ο Νάρκισσος ακουμπούσε τα χείλη στην επιφάνεια, το υδάτινο πρόσωπο προσπαθούσε να σηκωθεί προς αυτόν. Όταν έτεινε την παλάμη, την άπλωνε και εκείνο. Τόσο κοντά και αλίμονο, τόσο μακριά οι δυο τους.
«Μακάρι αυτόν που αγαπώ να μπορούσα να τον χωρίσω από τον εαυτό μου».
Δεν μπορούσε να φύγει από κοντά του και ξάπλωσε στο χορτάρι. Δεν έτρωγε. Δεν κοιμόταν. Κοιτούσε μόνο το πρόσωπο του πόθου του. Έλιωνε σαν το κερί. Το χρώμα του έσβηνε, η δύναμη έφευγε, το σώμα γινόταν σκιά.
Όταν πλέον έφτασε το τέλος, έκλεισε τα μάτια, κοίταξε το είδωλό του στην πηγή και είπε: «Αγαπημένε, χαίρε».
Είπαν τότε, ότι ακόμα και όταν έφτασε στον Άδη, έσκυβε κοιτάζοντας τα νερά της Στύγας.
Μόλις οι Ναϊάδες και οι Δρυάδες πληροφορήθηκαν το χαμό του, έτρεξαν να κλάψουν τον αδερφό τους, όμως, δεν βρήκαν το σώμα του. Εκεί που είχε ξαπλώσει, ανάμεσα στο χορτάρι, είχε φυτρώσει ένα λουλούδι με λευκά πέταλα γύρω από ένα κίτρινο κύπελλο: Ο νάρκισσος.
Εικόνα άρθρου: Salvador Dalí, Η Μεταμόρφωση του Ναρκίσσου, 1937. Λάδι σε καμβά, Tate Modern, Λονδίνο.


